Γιάννης Κατσούρης, Πολιτισμός Υπόθεση Ζωής
Είναι
ευτύχημα που υπάρχουν στον τόπο μας τόσο καταρτισμένοι φιλόλογοι και
ευσυνείδητοι ερευνητές και μελετητές όπως ο Λεωνίδας Γαλάζης και ταυτόχρονα δυστύχημα που έφυγαν για το μεγάλο
ταξίδι σπουδαίοι άνθρωποι του πνεύματος όπως ο Γιάννης Κατσούρης. Βέβαια, ο
Γιάννης Κατσούρης ζει στη μνήμη και στην ψυχή μας. Κι αν η απουσία του φτώχυνε
την καθημερινή μας ζωή, μάς άφησε, ωστόσο, μια πλούσια πνευματική παρακαταθήκη.
Μέρος αυτής της κληρονομιάς αποτελεί και η συγκεντρωτική των κειμένων του
έκδοση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών με επιμέλεια του Λεωνίδα Γαλάζη. Ο τίτλος του
βιβλίου, οι επιλογές των δημοσιευμένων και αδημοσίευτων κειμένων του αναδεικνύουν
τον ιεραποστολικό ζήλο με τον οποίο ο Γ. Κατσούρης υπηρέτησε τον πολιτισμό όλη
τη ζωή του.
Η
ογκώδης αυτή έκδοση αποτελεί ένα μικρό άθλο, με την έννοια ότι ο Λ. Γαλάζης
μέσα σε σχετικά στενά χρονικά όρια κατάφερε να ανατρέξει το αρχείο του Γ.
Κατσούρη, να ψάξει σε αρχεία εφημερίδων και άλλων πηγών, να συγκεντρώσει το
υλικό, να επιλέξει και να επιμεληθεί πλήθος κειμένων. Κι επειδή γνωρίζω
προσωπικά τον Λ. Γαλάζη, την ευσυνειδησία, την εντιμότητα, τη σπάνια
ακεραιότητα και τη μεθοδικότητά του, ξέρω πως ό, τι διερευνά, μελετά, γράφει
και σχολιάζει δε γίνεται αβασάνιστα, αλλά πρόκειται για το συμπύκνωμα πολλής
και κοπιώδους δουλειάς, στέρησης ύπνου και ελεύθερου χρόνου. Ο Λεωνίδας Γαλάζης
είναι ένας αθόρυβος, ταπεινός και συνεπής εργάτης και υπηρέτης της σοβαρής
φιλολογίας-γραμματολογίας, της λογοτεχνίας και της εκπαίδευσης.
Η
έκδοση «Γιάννης Κατσούρης. Πολιτισμός: Υπόθεση Ζωής» περατώθηκε με απόλυτο
σεβασμό στον Γιάννη Κατσούρη και τα κείμενά του, όπως μαρτυρούν η βιβλιογραφική
τεκμηρίωση, τα σχόλια και οι ελάχιστες παρεμβάσεις του επιμελητή, όπου αυτό
θεωρήθηκε αναγκαίο, π.χ. η μεταγραφή του πολυτονικού στο μονοτονικό σύστημα. Η
εισαγωγή του επιμελητή διαγράφει τη συνολική θεώρηση αυτού του τεράστιου έργου
και τη συγκρότηση μιας επαρκούς εικόνας για την προσωπικότητα και την ιδεολογία
του Γιάννη Κατσούρη, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από την έκδοση. Τα κείμενα που
επιλέχθηκαν αποτελούν ευπρόσωπο δείγμα ενός πλούσιου πνευματικού έργου που
αποτελείται από εκατοντάδες άρθρα, μελέτες, επιφυλλίδες, κριτικές και
συνεντεύξεις. Η κατάταξή τους σε κατηγορίες π.χ. θέατρο, ποίηση, πεζογραφία, η
τέχνη και η πνευματική δημιουργία, η παράθεση της βιβλιογραφίας του στο τέλος
του βιβλίου, διευκολύνει τον αναγνώστη να διεξέλθει το υλικό αυτό, να
αποτιμήσει τη συνεισφορά του Γιάννη Κατσούρη στον πολιτισμό και να διαπιστώσει τον
απόλυτα επικαιρικό χαρακτήρα των κειμένων και των απόψεών του.
Είναι χαρακτηριστικό και ουσιαστικό το σχόλιο
του επιμελητή στην εισαγωγή του, στη σελ. 21 που συμπυκνώνει καίρια την ουσία
της έκδοσης: «Με όποιο θέμα και αν καταπιάνεται στα άρθρα του, ο συγγραφέας δεν
κουράζεται να επαναλαμβάνει ότι πολλά από τα φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας
θα μπορούσαν να περιοριστούν, αν η πολιτεία στόχευε με μεγαλύτερη έμφαση στην
ανύψωση του πνευματικού και πολιτιστικού επιπέδου του λαού. Και είναι με πόνο
ψυχής που διαπίστωνε ότι από τον τόπο μας λείπουν πολλά έργα υποδομής αναγκαία
για την πνευματική και πολιτιστική πρόοδο». Αυτή η επισήμανση είναι, λοιπόν,
και το απόσταγμα της τοποθέτησης και της αγωνίας του Γ. Κατσούρη, που διατρέχει
σχεδόν όλα τα κείμενα της έκδοσης.
Στα
κείμενα αυτά μπορεί να διακρίνει κανείς το ιδεολογικό του σύμπαν, τη φιλοσοφία
του, τη στάση του απέναντι στη ζωή. Καταγράφονται οι απόψεις του για πλήθος
ζητημάτων που εξακολουθούν και σήμερα να μας ταλανίζουν και να μας
προβληματίζουν. Ιδιαίτερα επιμένει σ’ όσα αναφέρονται στο ρόλο του πνευματικού
ανθρώπου ως ενεργού πολίτη και όσα πρέπει να γίνουν για τον πολιτισμό. Συνεχώς,
σχεδόν σε κάθε κείμενο, επίμονα ξανά και ξανά, επαναλαμβάνει την έγνοια του να
στηριχτεί ο πολιτισμός και εκφράζει την πικρία του για τον παραμερισμό των πνευματικών
ανθρώπων. Διατυπώνει, έτσι, την αγωνία του για το πού βαδίζει αυτός ο τόπος και
δηλώνει ευθαρσώς πως αυτή η παθογένεια είναι συνυφασμένη με τον πολιτισμό. Είναι
πεπεισμένος, παράλληλα, πως τα στραβά της κοινωνίας μας αντιμετωπίζονται με
πολιτιστικές παρεμβάσεις με μια ολοκληρωμένη πολιτική για τον πολιτισμό. Σ’ όλα
τα κείμενα ανιχνεύεται μια βαθιά πολιτική σκέψη, μια ξεκάθαρη τοποθέτηση που
αναδεικνύεται χάρη στην απέριττη, λιτή του γλώσσα. Ο Γ. Κατσούρης εξακολουθεί
να είναι μια νηφάλια φωνή μέσα στο ζοφερό σήμερα και την «αντιπνευματική», όπως
την ονομάζει «εποχή μας».
Συχνά διακρίνεται μια έντονη αδημονία, ο
ενθουσιασμός του μπροστά στη διατύπωση υποθέσεων που χρήζουν διερεύνησης. Ένα
βασικό προτέρημα του γνήσιου ερευνητή, του ανήσυχου πνεύματος. Και πράγματι,
μπορεί κανείς να ακολουθήσει αυτό το νήμα από τη διατύπωση μιας υπόθεσης ή την
καταγραφή μέρους ενός ευρύτερου ζητήματος μέχρι την προέκταση και τη σφαιρική,
διεξοδική εξέτασή τους στις εκτεταμένες εργασίες του, όπως το διδακτορικό του
για τον Βασίλη Μιχαηλίδη και το εμβληματικό έργο σταθμό για τα θεατρικά
πράγματα του τόπου «Το θέατρο στην Κύπρο» (Α΄ και Β΄ τόμος). Ορισμένα από τα
κείμενα της έκδοσης αποτελούν, έτσι, τον πυρήνα για το μετέπειτα ερευνητικό
έργο του Γ. Κατσούρη. Σε πολλά συναντούμε φράσεις όπως: «είναι μια άλλη ιστορία
που ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτής της έρευνας», ή «ίσως κάποτε την ψηλαφήσουμε»
ή τη συχνή επωδό αυτό «ξεφεύγει από τις προθέσεις αυτού του κειμένου».
Από
το γραπτό λόγο του Γ. Κατσούρη δεν απουσιάζει, βέβαια, το χιούμορ, σήμα
κατατεθέν άλλωστε της πληθωρικής του προσωπικότητας. Και συχνά έχει κανείς την
αίσθηση πως έχει μπροστά του τον Γιάννη Κατσούρη, πάντα στωικό και σκωπτικό, με
το στοχαστικό βλέμμα, με τη βραχνή, βαθιά
του φωνή, την ευρυμάθεια, τη δεινή του αφηγηματική ικανότητα και την
εντυπωσιακή του μνήμη. Η οξύνοια της σκέψης του, η ευρύτητα του πνεύματος, η
καίρια παρατηρητικότητά του, η καυστικότητα, πολλές φορές η γενναιόδωρη κρίση
του για ανθρώπους της σοβαρής διανόησης είναι μερικές από τις σταθερές του
λόγου και του ύφους του.
Μέσα από την έκδοση αυτή, λοιπόν, των Πολιτιστικών Υπηρεσιών
διαγράφεται η άποψη του Γιάννη Κατσούρη για μια πληθώρα ζητημάτων για τον
πολιτισμό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση του για το ρόλο του
πνευματικού ανθρώπου. Αυτή δεν περιορίζεται στη σφαίρα του θεωρητικού.
Είναι μια στάση που ο Γιάννης Κατσούρης
μετέτρεψε σε βίωμα ζωής. Όσα καταγράφει, πηγάζουν από τη δική του προσωπική
πείρα και τη μακρά διαδρομή του στα πνευματικά και κοινωνικά δρώμενα του τόπου.
Στο κείμενο «Ο επιστήμονας και ο πνευματικός άνθρωπος» τονίζει ανεπιφύλακτα πως
«ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι ενεργός πολίτης για ό, τι συμβαίνει γύρω του».
Το καθήκον του είναι να ξυπνήσει συνειδήσεις με το έργο του και τη στάση του
στη ζωή με βασικές αρετές τη δύναμη αντίστασης και την παρρησία. Ο πνευματικός
άνθρωπος, προσθέτει, «κάπου μέσα του νιώθει ότι είναι προσωπική του ευθύνη το
ό, τι συμβαίνει γύρω του». Συνδέει, μάλιστα, το ρόλο αυτό με τον αγώνα για
επιβίωση που διεξάγει η Κύπρος και επαναλαμβάνει πως οι πνευματικοί άνθρωποι
«θέλουν δεν θέλουν, πρέπει να αγωνιστούν». Αφού επισημαίνει ότι «δε θα
μπορούσαμε να πούμε ότι οι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου δεν έκαναν ως τώρα το
καθήκον τους», αναφέρει ως παράδειγμα τον Δώρο Λοΐζου. Για τον Κατσούρη «Ο
καθένας, λοιπόν, πρέπει να μπει στον αγώνα, ανεξάρτητα από τις δυνάμεις του.
[…] «Οι αγώνες […] δεν είναι για τους εκλεκτούς, αλλά για όλους!» Ως τέτοιους
ανθρώπους μνημονεύει τον Αντώνη Κουδουνάρη και τον Γιώργο Κωνστάντη, τον οποίο
χαρακτηρίζει «ολοκληρωμένο σύγχρονο πολίτη», που «Αγάπησε την πατρίδα και την
τέχνη!». Σε μια από τις συνεντεύξεις του («Ό, τι προσφέρεται για φανφάρα…») κάνει λόγο για την αμηχανία των πνευματικών ανθρώπων μπροστά στις
εξελίξεις για το κυπριακό. «Οι πνευματικοί άνθρωποι», τονίζει, «οφείλουν να
στρατευθούν σ’ αυτό που πιστεύουν. Και αυτό που πιστεύουν δεν μπορεί να είναι
άλλο, αυτή τη στιγμή, από μια αξιοπρεπή λύση του Κυπριακού που να διασφαλίζει
τη συνέχεια του τόπου και του λαού». Βέβαια, ο Γ. Κατσούρης εκφράζει και
σκεπτικισμό απέναντι σε μια τέτοια παρέμβαση. Εξηγεί πως «ελλοχεύουν και
κίνδυνοι για τους πνευματικούς ανθρώπους που θα θελήσουν να είναι πολύ ενεργοί
πολίτες. Αυτή η διαδικασία είναι οδυνηρή και φθοροποιός και το αντιλαμβάνεται ο
καθένας καθημερινά. Χρειάζεται λοιπόν προσοχή».
Για τον Γιάννη Κατσούρη ο πνευματικός άνθρωπος έχει ευθύνη, «υπέρτατη
ευθύνη» την ονομάζει, και καθήκον απέναντι στο λαό του. Τα «θεία δώρα που του
έδωσε η φύση» («Ομιλία για την
τέχνη») πρέπει «να τ’ απλώσει για
να τα χαρούν οι άνθρωποι, όλος ο λαός». Θεωρεί πως η καλή, ποιοτική τέχνη, η
άξια της αποστολής της, δεν είναι ποτέ εθνική, αλλά πάντοτε υπερεθνική,
παγκόσμια που «τάσσεται στην υπηρεσία όλων των λαών της γης». Πιστεύει στην
αλληλοκατανόηση των ατόμων και επομένως των λαών μέσω της Τέχνης. Επιμένει πως
«Δεν υπάρχει άλλη τέχνη παρά αυτή που αποκαλούμε στρατευμένη. Η τέχνη, δηλαδή,
που τίθεται στην υπηρεσία κάποιων ιδεών ή σκοπών, που έχουν να κάνουν με τον
άνθρωπο και τη ζωή του».
Μέσα σε μια εποχή αντιπνευματική όπως η δική μας ο Γ. Κατσούρης έχει
«την αίσθηση», όπως λέει, «ότι ο καλλιτέχνης, ο λογοτέχνης, ο διανοούμενος […]
αναπτύσσει μιαν άμυνα, μέσω της οποίας προχωρεί και δημιουργεί. Διότι μέσα από
τα δημιουργήματά του αντιστέκεται στην αντιπνευματικότητα της εποχής».
Συχνά, όμως, αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι είναι παραγνωρισμένοι από
την πολιτεία, την κοινωνία, συνακόλουθα και οι επιστήμονες-ερευνητές. «Όλοι
εμείς που ασχολούμαστε με την έρευνα, βρισκόμαστε πάντα έξω από την επικαιρότητα.
Στη σκιά», θα πει σε μια συνέντευξή του. Αναφέρεται ακόμα στην οικονομική
επιβάρυνση και τις θυσίες αυτών των ανθρώπων για να φέρουν σε πέρας το
ερευνητικό τους έργο. Επαινώντας τέτοιους ερευνητές που χωρίς ανταλλάγματα
επιτελούν επιστημονικό έργο, εκφράζει ταυτόχρονα την πικρία του για αυτόν τον
τόπο «της γνωστής προχειρότητας, της επίδειξης, του ευδαιμονισμού και της
συσσώρευσης πλούτου». Ο Γιάννης Κατσούρης παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του
ένας ρομαντικός μελετητής για τον οποίο η έρευνα «ήταν μεράκι και πάθος ζωής».
Τα λόγια είναι δικά του. «Εγώ», γράφει («Από μια άλλη οπτική»),
«εξακολουθώ να θαυμάζω τους παλιούς ερευνητές, τους ρομαντικούς και ιδεολόγους
που χωρίς κανένα υλικό συμφέρον έλιωναν παντελόνια στις βιβλιοθήκες και στα
αρχεία για να φέρουν στο φως τα πολιτιστικά στοιχεία του τόπου μας και να τα
μελετήσουν. Τους ανιδιοτελείς εργάτες της επιστήμης που σε πείσμα του
περιβάλλοντος έκαναν τη δουλειά τους αθόρυβα αλλά με συγκίνηση και αγάπη…»
Όπως είναι φυσικό, πολλά από τα κείμενά του αναφέρονται στη λογοτεχνία,
την ποίηση και την πεζογραφία. Για τον Γ. Κατσούρη, «η λογοτεχνία είναι
ελευθερία». «Όταν μάθεις», εξηγεί, «να μη λογοκρίνεις τον εαυτό σου τότε είναι
χαρά Θεού». Σε συνέντευξή του το 2003 δηλώνει πως «Οι λογοτέχνες έγιναν πιο
συστηματικοί, πιο αφοσιωμένοι σ’ αυτό που κάνουν. Και οι δυνατότητες εκδόσεων
είναι τώρα μεγαλύτερες». Υποστηρίζει πως οι σημερινές αντιθέσεις και αντιφάσεις
«Θα μπορούσαν να γεννήσουν καλύτερη λογοτεχνία και είμαι σίγουρος ότι θα
γεννήσουν καλύτερη λογοτεχνία, το ζήτημα είναι πότε». Προσθέτει πως η εποχή μας
«είναι γεμάτη από ερεθίσματα, από τροφή για να γραφτεί καλή λογοτεχνία. Τα όσα
συμβαίνουν γύρω μας προσφέρονται για
σαρκασμό, για ειρωνεία, για κριτική». Σε ένα άρθρο του το 1996 για τα Κρατικά
Βραβεία παραδέχεται «ότι σήμερα στην εποχή της εικόνας και της επικοινωνιακής
αντιμετώπισης όλων των θεμάτων, η λογοτεχνία και το βιβλίο χάνει έδαφος, γιατί
χρειάζεται μια πιο σύνθετη πνευματική λειτουργία για να προσεγγισθεί. Έτσι
έμεινε για τους λίγους, τους ρομαντικούς διανοούμενους που και αυτοί σιγά σιγά
εξαφανίζονται». Ακολούθως, επισημαίνει την αδικία του γίνεται από την επίσημη
πολιτεία σε βάρος της λογοτεχνίας. Παραθέτουμε το απόσπασμα: «Αν σκεφτεί κανείς
ότι το πιο ασήμαντο, παράφωνο και πρωτόλειο τραγουδάκι, που υποβάλλεται για τη
Γιουροβίζιον ή για κάποιο άλλο ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό διαγωνισμό εμφανίζεται
στον κόσμο από τα κανάλια και μάλιστα πολλές φορές συνειδητοποιεί την αδικία
που γίνεται στη σοβαρότερη ή τουλάχιστον στην πιο επόμοχθη δημιουργία του
τόπου. Γιατί είναι γνωστό ότι, π.χ. ένα μυθιστόρημα για να γραφεί χρειάζονται
μερικά χρόνια εντατικής δουλειάς». Και καταλήγει: «Όσο για τη λογοτεχνία και τη
γοητεία της, που κάποτε έτρεφε γενιές και καλλιεργούσε όνειρα και οράματα,
μπαίνει σιγά σιγά στο περιθώριο, σαν ενασχόληση κάποιων παράξενων τύπων που δεν
έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν. Φυσικά μιλάμε για μια τραγωδία, γιατί κάποτε «εν
αρχή ην ο λόγος»…»
Παρομοίως, στο άρθρο του «Μνήμη Γ. Φιλίππου Πιερίδη» του 2000 ψέγει την επίσημη πολιτεία για
τη στάση της απέναντι στη λογοτεχνία:
«… Κατά τα άλλα,
εμείς εδώ, στον μακάριο τούτο τόπο, ετοιμαζόμαστε», λέει ο ίδιος, «να φτιάξουμε
γραμματόσημο για τα επερχόμενα διεθνή «καλλιστεία», τα οποία, ως γνωστό,
αποτελούν ισχυρό δείκτη του πολιτισμού μας, της παράδοσής μας, του προσώπου,
που ως μικρή χώρα, θέλουμε να προβάλουμε προς τα έξω…! Ενώ η λογοτεχνία, ο
Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης, ο Ν. Κρανιδιώτης, ο Κ. Χρυσάνθης, ο Γιώργος
Κωνστάντης, που επίσης πρόσφατα αποδήμησαν, δεν είναι!»
Σε συνέντευξή του αναγνωρίζει πως γίνονται αρκετά πράγματα για τη
λογοτεχνία. «Όμως, στις προτεραιότητες της Πολιτείας, στις προτεραιότητες του
αρμόδιου υπουργείου και των Πολιτιστικών Υπηρεσιών, η λογοτεχνία δεν έχει ακόμα
αξιολογηθεί σωστά». «Σήμερα», επισημαίνει αλλού, «η επιχορήγηση ενός μιούζικαλ
[…] μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από την επιχορήγηση που λαμβάνουν όλα μαζί
τα λογοτεχνικά περιοδικά για μιαν ολόκληρη χρονιά. Κι αυτό είναι άδικο». Το
ίδιο διαπιστώνει πως συμβαίνει και με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία «επιχορηγούν
παραστάσεις με πάρα πολλά λεφτά, αλλά αρνούνται βοήθεια για μια λογοτεχνική
έκδοση».
Σε συνέντευξή του το 2008 υποστηρίζει πως «Πάντα γραφόταν στην Κύπρο
καλή λογοτεχνία. Και παλαιότερα υπήρχε και τώρα υπάρχει. Όμως η λογοτεχνία αυτή
είναι υποτιμημένη καταρχήν γιατί στα δικά μας τα σχολεία δεν διδάκτηκε, αλλά
και γιατί η δική μας λογοτεχνία δεν κατάφερε να αποκτήσει ένα πανελλήνιο κύρος».
Δίνει ο ίδιος την εξήγηση: «Γιατί
είμαστε χώρος αντιπνευματικός, γιατί ως κράτος ουδέποτε δουλέψαμε συστηματικά
για πνευματικά ζητήματα».
Στη βιβλιοκρισία του 1967 για το βιβλίο του «Θοδόση Νικολάου: Πώς
αναλύουμε αισθητικά ένα ποίημα» είχε την άποψη πως «Η ποίηση και πιο παληά, μα
και σήμερα περισσότερο, έγινε ένα πολύ δύσκολο είδος τέχνης που πλέον
απευθύνεται στους ειδικούς, στους μυημένους. Είτε το θέλουμε είτε όχι,
αποκόπηκε απ’ τον λαό και απόχτησε μια στεγανότητα». Ενδιαφέρον παρουσιάζει η
επιφυλλίδα του «Ποιητάρης και ποιητάρικα» του 1970. Ο ποιητάρης, δήλωνε, «είναι
ο πρώτος και μοναδικός επαγγελματίας… λογοτέχνης της Κύπρου. Κι από τότε δεν
γεννήθηκε άλλος κι έτσι που πάμε ούτε θα γεννηθή…»
Πάντως, για το θεσμό των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, γράφοντας στον
Φιλελεύθερο το 1996, παρατηρούσε ότι «Τούτο το γεγονός που έπρεπε να είναι ένα
ύψιστο πολιτιστικό γεγονός πέρασε περίπου απαρατήρητο». Σε μιαν άλλη περίπτωση,
σε συνέντευξή του, όταν ερωτήθηκε για τη βράβευσή του, απάντησε με την
ανυπόκριτη ειλικρίνειά του: «Οι βραβεύσεις δε σημαίνουν τίποτε απολύτως για
μένα. Οι βραβεύσεις προσφέρουν, βέβαια, ικανοποίηση σ’ αυτόν που βραβεύεται,
αλλά δεν καταξιώνουν το έργο του. […] Εκείνο που καταξιώνει ένα έργο είναι ο
χρόνος και όχι το όποιο βραβείο. […] Όμως, τα βραβεία δεν έχουν αντικειμενική
αξία, αυτό αποδεικνύει η ιστορία. Ο Καβάφης δεν βραβεύτηκε ποτέ».
Μια άλλη ιδιαίτερη αδυναμία του Γιάννη Κατσούρη είναι το θέατρο και στα
κείμενά του εξετάζει συχνά την πορεία του θεάτρου στην Κύπρο. Ανάλογα με την
εποχή, το θέατρο πότε υπηρετούσε το εθνικό φρόνημα, πότε έναν κοινωνικό και
αγωνιστικό ρόλο, ωστόσο, πολλές φορές έλειπε η αισθητική χαρά του καλλιτεχνικού
αποτελέσματος. «Κι όλ’ αυτά μαζί απομάκρυναν», γράφει ο Γ. Κατσούρης στο
κείμενο «Μια μικρή αναδρομή», «βέβαια, τον λαό από την αναζήτηση μιας πιο
σύνθετης αξίας. Όμως, και πάλι αυτή η πραγματικότητα διαμόρφωνε τελικά ένα
είδος πολιτιστικής ταυτότητας, που κάποτε θα είχε και τα θετικά της στοιχεία
αλλά και τα αρνητικά της». Έχει ακόμα την άποψη ότι «Εκτός από την παιδεία,
αυτό τον ρόλο δεν ξέρω να τον έπαιξε με τόση ενάργεια καμιά άλλη εκδήλωση
δόκιμης τέχνης». Τα ερωτήματα που υποβάλλει στον εαυτό του και τον αναγνώστη είναι
ενδεικτικά των προβληματισμών που τον είχαν απασχολήσει σ’ αυτή τη μακρά
ενασχόλησή του με το θέατρο: «Έχει τη δύναμη να αφυπνίζει καίρια και μαζικά τις
συνειδήσεις; Πρέπει να οδηγεί σε μορφές πιο δυναμικές, ώστε να κρούσει
αποτελεσματικά και άμεσα τις χορδές του λαού, όταν αυτός καλείται να
διεκδικήσει δικαιώματα ελευθερίας ή άλλες κατακτήσεις; Δεν υπάρχει ο κίνδυνος
να φύγει από τα όρια της τέχνης;»
Πρόσφατα ζήσαμε τις προεδρικές εκλογές και ομολογουμένως ο πολιτισμός
βρέθηκε στο περιθώριο της προεκλογικής εκστρατείας. Οι υποψήφιοι αισθάνονταν
αμήχανα στις λίγες φορές που ερωτήθηκαν γι’ αυτά τα ζητήματα. Κι όμως, αν έμπαιναν
στον κόπο να διαβάσουν αυτή την έκδοση, θα μπορούσαν να αντλήσουν προτάσεις για
μια ολοκληρωμένη πολιτιστική πολιτική. Προτάσεις ενός ανθρώπου που ανάλωσε τη
ζωή του στην υπηρεσία του πολιτισμού. Μέσα από τα κείμενα και τις συνεντεύξεις είναι
δυνατόν να συγκροτήσουμε το πολιτιστικό όραμα του Γιάννη Κατσούρη. Χαρακτηριστικά
επίκαιρη και ενδιαφέρουσα καθίσταται η αναφορά του στους πολιτικούς στο άρθρο
του «Ο Τσέχοφ και οι… εκλογές μας», που δημοσιεύτηκε το 1998. Σαν να μην
πέρασαν 15 χρόνια από τότε. Έγραφε ο Γ. Κατσούρης: «Την ώρα, λοιπόν, που
συμβαίνουν όλ’ αυτά, που κάνουν τις μέρες αλλά και τις νύχτες μας ανυπόφορες
και συχνά-πυκνά οδυνηρές, ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, ανέβασε, ερήμην βέβαια
των πολιτικών μας, τον Θείο Βάνια του Τσέχωφ, στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας.
Και συμπαθείς τούτους τους ήρωες, τα δημιουργήματα της φαντασίας ενός
συγγραφέα, που είναι αληθινοί, σε αντίθεση με τους πολιτικούς σου, και τους
παρακολουθείς στο τέλμα και στην πλήξη τους με μια πίκρα στην καρδιά, για τη
μόνιμη μοίρα του απλού και καθημερινού ανθρώπου όλων των εποχών […], αλλά
ταυτόχρονα […] Και χωρίς να το θέλεις κάνεις και τη σύγκριση. Πόση αλήθεια
κρύβει η καλή τέχνη και πόση ικανοποίηση προσφέρει, και από την άλλη πόση
ψευτιά η πολιτική και οι άνθρωποι που την υπηρετούν. Και ονειρεύεσαι, αν και
δεν είναι εποχή για όνειρα, και παρακαλείς: «Τι ωραία να είχαμε περισσότερη
καλή τέχνη και λιγότερη κακή πολιτική. Θα ’μαστε όλοι ευτυχέστεροι».
Αλλά, ποιο είναι,
λοιπόν, το όραμα του Γ. Κατσούρη για τον πολιτισμό;
Συχνά διατυπώνει την αγωνία και την πικρία του για την ανυπαρξία
οργανωμένης πολιτιστικής πολιτικής, μιας μακρόπνοης πολιτικής. Ήδη αναφέρθηκαν
οι απόψεις και σκέψεις του για το ρόλο του πνευματικού ανθρώπου, τη λογοτεχνία
και την έρευνα-επιστήμη. Επαναλαμβάνει διαρκώς την ανάγκη για μια «πινακοθήκη
της προκοπής, μια αίθουσα συναυλιών, ένα θέατρο για όπερα, μια ακαδημία
γραμμάτων, τεχνών και επιστημών, επιστημονικά ιδρύματα διάφορων κατευθύνσεων»,
Μουσείο, Πολιτιστικά Κέντρα στην ύπαιθρο ή τις πόλεις («Το σπίτι του Νικολαΐδη»).
Υποστηρίζει πως ένας «Ανεξάρτητος
φορέας ή ξεχωριστό υπουργείο ή αυτό που υπάρχει τώρα δεν είναι σημαντικό από
μόνο του: Σημασία έχει να ενισχυθεί η υπάρχουσα πείρα των σημερινών λειτουργών,
να ενισχυθούν με επιπλέον προσωπικό […] και να συγκεντρωθούν κάτω από την ίδια
στέγη οι ΠΟΥ με την Αρχαιολογική
Υπηρεσία και το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών». Ταυτόχρονα εισηγείται την
υπαγωγή του Κινηματογράφου στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες ή ακόμα και στο
Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας, δεδομένου, όπως εξηγεί, «ότι ο
κινηματογράφος είναι ένα είδος βιομηχανίας» («Ο
Πάντζης»).
Για τα Αριστεία Γραμμάτων, θεωρεί ότι ως θεσμός είναι σωστός και
επιβεβλημένος και ζητεί τη συνέχισή του με την ίδια σοβαρότητα και την ίδια
αυστηρότητα. «Ο σκοπός δηλαδή», συμπληρώνει, «δεν είναι να βραβεύεται ο κάθε
λογοτέχνης ή φιλόλογος ή μουσικός που γερνάει, αλλά εκείνοι που γερνώντας και
πλησιάζοντας σ’ ένα μοιραίο τέρμα άφησαν έργο αξιόλογο και για τους σύγχρονούς
τους και για τις μελλοντικές γενιές». Το λυπηρό είναι ότι ο ίδιος δεν έλαβε
αυτό το αριστείο, όχι πως το είχε ανάγκη. Αντίθετα, η βράβευσή του θα τιμούσε
τον ίδιο το θεσμό. Προτείνει, όμως, στο κείμενό του για τα Αριστεία Γραμμάτων
να ιδρυθεί μια «Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων», την οποία να στελεχώνουν καταξιωμένες
προσωπικότητες, …ώστε να εξελιχθεί «σ’ έναν οργανισμό έρευνας, επιστημονικής
και καλλιτεχνικής ανάπτυξης».
Για το θέατρο, δήλωνε σε συνέντευξή του πριν μερικά χρόνια: «Εκείνο που
πιστεύω ότι μας λείπει και που αν ήμουν διευθυντής του ΘΟΚ, θα έκανα, είναι
ένα… «Άρμα Θέσπιδος». Δεν βλέπω γιατί μεγάλες κοινότητες να μην μπορούν να δουν
τακτικά καλές παραστάσεις. Θα έβλεπα ένα λυόμενο θέατρο, μια κινητή μονάδα που
να πάρει το καλό θέατρο στην επαρχία, επεκτείνοντας τις δραστηριότητες και σε
άλλα καλλιτεχνικά γεγονότα».
Τέλος για τις δημόσιες βιβλιοθήκες, την Κρατική, τη Σεβέρειο, τη
Βιβλιοθήκη του Κυπριακού Μουσείου θεωρεί απαράδεκτη την κατάσταση που
επικρατεί.
Γενικά, εκφράζει διαρκώς τη δυσφορία και την ενόχλησή του σχετικά με τη
θλιβερή αδιαφορία για την πολιτιστική δημιουργία. Παραθέτουμε ορισμένες από τις
κατά καιρούς τοποθετήσεις του:
·
«για κάθε αγώνα εθνικό, κοινωνικό, αγώνα
ελευθερίας ή δικαιοσύνης, γενικής ανάπτυξης, το πρώτο που χρειάζεται είναι η
στέρεη πολιτιστική υποδομή…».
·
Η έλλειψη
ιεράρχησης αξιών «οδηγεί την κοινωνία σε μια πνευματική αποψίλωση που με τη
σειρά της αλλοιώνει τον χαρακτήρα μας και διαφοροποιεί τις αξίες που πρέπει να
έχουμε ως πολίτες».
·
«Σαν
Κυπριακή Δημοκρατία ελάχιστες ευαισθησίες έχουμε, όταν πρόκειται για έργα
πολιτισμού ή και επιστήμης».
·
«Δυστυχώς,
δυστυχέστατα, στους τομείς του πολιτισμού και των επιστημών είμαστε
τριτοκοσμικοί».
·
«Οι
πολιτικοί δεν γίνεται να θυμούνται τις τέχνες μόνο χάριν εντυπώσεων».
·
«Τούτος
όμως, όλος ο χώρος από την πολιτική εξουσία στην οικονομική εξουσία έχει
καταληφθεί από ανθρώπους που έχουν μεσάνυχτα από πολιτιστικά».
·
«Διότι
ποτέ δεν υπήρχε φιλοπνευματικό, φιλολαϊκό κράτος. Διότι ποτέ δεν διηύθυναν
αυτόν τον τόπο άνθρωποι με όραμα. Απλώς είναι οι καταφερτζήδες της πολιτικής με
συγκεκριμένες κατευθύνσεις όσον αφορά τον λαό, τον άνθρωπο, την αξία του».
«Ο πολιτισμός»,
υποστηρίζει ο Γ. Κατσούρης, «είναι ισχυρότατο στοιχείο και δεν μπορούμε να τον
αφήνουμε στον ερασιτεχνισμό και στην τύχη. Για μένα αυτό το πράγμα είναι
υπόθεση ζωής και αυτή την υπόθεση ζωής θα τη συνεχίσω ώσπου μπορώ». Η
τοποθέτηση αυτή είναι μια σπάνια στιγμή για το δημόσιο βίο, μια σπάνια στιγμή,
κατά την οποία ο λόγος συναντά την πράξη. Ο Γ. Κατσούρης, πράγματι, υπηρέτησε
με αποστολικότητα μέχρι το τέλος της ζωής του τον πολιτισμό. Άλλωστε, και ως
Διευθυντής των Πολιτιστικών Υπηρεσιών, συνέβαλε ουσιαστικά στην προώθηση
σημαντικού πολιτιστικού έργου. Ο πολιτισμός ήταν για τον Γ. Κατσούρη υπόθεση
ζωής.
Κυρίες και κύριοι,
Οφείλουμε να
ευχαριστήσουμε τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες για τη χρήσιμη και επίκαιρη αυτή
έκδοση και τον Λεωνίδα Γαλάζη για την υποδειγματική επιμέλεια. Και να ευχηθούμε
σύντομα να ακολουθήσουν ανάλογες εκδόσεις και για τα εξαντλημένα λογοτεχνικά
του έργα, όπως την εξαίρετη συλλογή διηγημάτων «Δος ημίν σήμερον» ή να
συνεχιστεί ό, τι δεν πρόλαβε ο Γ.
Κατσούρης, π.χ. οι διαφημίσεις στο θέατρο, μια κι έχει συγκεντρώσει το υλικό, ώστε
να ολοκληρωθεί το έργο του για το θέατρο. Θα κλείσουμε με τα λόγια του Γ.
Κατσούρη από το κείμενό του για τον Αντώνη Κουδουνάρη: «Από τη ζωή μας, το
περιβάλλον μας, την κοινωνία μας το μόνο που ζητάμε είναι να βρεθούν και άλλοι
Κουδουνάρηδες για να συνεχίσουν τον αγώνα τον καλό. Κομμάτι δύσκολο βέβαια! Οι
καλοί, οι εκλεκτοί, οι άγρυπνοι είναι συνήθως αναντικατάστατοι». Αυτά έγραφε
Γιάννης Κατσούρης το 1997. Τα λόγια του ταιριάζουν απόλυτα και στη δική του
περίπτωση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου